Τι είναι ο προδιαβήτης;

2016-01-15 14:22

    Στους υγιείς ανθρώπους η γλυκόζη στο αίμα ρυθμίζεται αυστηρά. Η γλυκόζη νηστείας διατηρείται μεταξύ 3,9 και 5,6 mmol / L και οι μεταγευματικές αυξήσεις σπάνια υπερβαίνουν τα 3 mmol / L. Κατά την ανάπτυξη του διαβήτη τύπου 2, η ομοιόσταση της γλυκόζης νηστείας και της μεταγευματικής γλυκόζης γίνεται παθολογική.

    Ο προδιαβήτης, συνήθως ορίζεται ως η κατάσταση στην οποία τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα είναι στα ανώτατα όρια του φυσιολογικού αλλά κάτω από τα όρια του διαβήτη και αποτελεί μια κατάσταση κινδύνου που καθορίζει μια υψηλή πιθανότητα ανάπτυξης διαβήτη. Τα διαγνωστικά κριτήρια για τον προδιαβήτη έχουν αλλάξει με την πάροδο του χρόνου και επί του παρόντος διαφέρουν ανάλογα με τον οργανισμό - ινστιτούτο που τις εκδίδει. Ο όρος προδιαβήτης αυτός καθαυτός έχει βασιστεί στο ότι πολλοί άνθρωποι με προδιαβήτη δεν «προχωρούν» σε διαβήτη. 

Διαταραχές στη ρύθμιση της γλυκόζης (IGR) - Τι είναι;

    Η διαταραγμένη ρύθμιση της γλυκόζης (IGR) είναι ένας όρος που αναφέρεται στα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα που είναι πάνω από το φυσιολογικό εύρος, αλλά δεν είναι αρκετά υψηλά για τη διάγνωση σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η IGR  χρησιμοποιείται για να περιγράψει την παρουσία διαταραγμένης γλυκόζης νηστείας (IFG) και / ή διαταραγμένης ανοχής στη γλυκόζη (IGT), οι οποίες είναι ενδιάμεσες καταστάσεις μη φυσιολογικής ρύθμισης της γλυκόζης που υπάρχει μεταξύ των φυσιολογικών επιπέδων γλυκόζης στο αίμα και του διαβήτη τύπου 2. Η IGR είναι ασυμπτωματική και συχνά μπορεί να παραμείνει αδιάγνωστη για πολλά χρόνια.

• Η διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας διαγιγνώσκεται όταν η γλυκόζη νηστείας πλάσματος κυμαίνεται μεταξύ 6.1 - 6.9 mmol / L

• Η διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη διαγιγνώσκεται όταν η γλυκόζη νηστείας πλάσματος  είναι <7 mmol / L σε συνδυασμό με την από του στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη να είναι (OGTT)  ≥7.8mmol / l και <11,1 mmol / L

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), ο υψηλός κίνδυνος  για την ανάπτυξη διαβήτη αναφέρεται σε δύο διακριτές καταστάσεις: 

1. της επηρεασμένης  γλυκόζη νηστείας (IFG) που ορίζεται όταν τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας  κυμαίνονται από 6.1 έως 6.9 mmol / L (απουσία διαταραγμένης ανοχής στη γλυκόζη - IGT) 

2. και της IGT, που ορίζεται ως η κατάσταση στην οποία η μεταγευματική γλυκόζη πλάσματος κυμαίνεται μεταξύ  7,8 έως 11,0 mmol / L  σύμφωνα με την δοκιμασία από του στόματος ανοχής στη γλυκόζη ή συνδυασμό και των δύο.

    Η Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία (ADA),  αν και εφαρμόζει τα ίδια όρια για την IGT, χρησιμοποιεί μια χαμηλότερη τιμή διαχωρισμού για την IFG (γλυκόζη νηστείας από 5.6 έως 6.9 mmol / L) και επιπρόσθετα έχει εισάγει τα επίπεδα για την γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη A1c μεταξύ του 5.7 - 6.4% ως μια νέα κατηγορία υψηλού κινδύνου εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη.

 Εξέλιξη του προδιαβήτη σε διαβήτη

Περίπου το 5-10% των ατόμων με προδιαβήτη γίνονται διαβητικοί κάθε χρόνο, αν και το ποσοστό μετατροπής διαφέρει από τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και τον ορισμό του προδιαβήτη. Σε μια μετα-ανάλυση προοπτικών μελετών που δημοσιεύτηκαν μέχρι το 2004, η ετήσια συχνότητα εμφάνισης διαβήτη για μεμονωμένη διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη IGT (4-6%) και μεμονωμένη διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας  IFG (6-9%) ήταν χαμηλότερη από ότι για την IFG και την IGT σε συνδυασμό (15-19%) . Σε πιο πρόσφατες μεγάλες μελέτες, οι εκτιμήσεις της εξέλιξης ήταν παρόμοιες. Μελέτες δείχνουν ότι ο κίνδυνος της ανάπτυξης διαβήτη με βάση τη γλυκόζη νηστείας πλάσματος και της μεταγευματικής γλυκόζης είναι σε γενικές γραμμές παρόμοιός με εκείνον που θέτει η HbA1c.

Σύμφωνα με την ADA, μέχρι και το 70% των ατόμων με προδιαβήτη θα αναπτύξουν τελικά διαβήτη.  

Επαναφορά στην ευγλυκαιμία

Αρκετές μελέτες έχουν δείξει τη μείωση κινδύνου ανάπτυξης διαβήτη των προδιαβητικών ατόμων, μέσα από τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και από τις διάφορες παρεμβάσεις με φαρμακευτική αγωγή.

Ο προδιαβήτης μπορεί επίσης να μετατραπεί πάλι σε ευγλυκαιμία. Σε μια πληθυσμιακή μελέτη παρατήρησης της φυσικής ιστορίας του διαβήτη στην Αγγλία, το 55% - 80% των συμμετεχόντων με διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας IFG κατά την έναρξη, είχαν φυσιολογική γλυκόζη νηστείας στα10  χρόνια παρακολούθησης, ενώ 12  άλλες μελέτες έχουν αναφέρει χαμηλότερα ποσοστά επαναφοράς  (19% σε ελέγχους στη μελέτη DPP).

Καραμπάση Θάλεια

Διαιτολόγος – Διατροφολόγος

Βιβλιογραφία

Federation, I. D. (2011). IDF Diabetes Atlas. Brussels: International Diabetes Federation .

Forouhi NG, L. J. (2007). Incidence of Type 2 diabetes in England and its association with baseline impaired fasting glucose: the Ely study 1990–2000. Diabet Med. .

Heianza Y, H. S. (2011). HbA1c 5.7–6. 4% and impaired fasting plasma glucose for diagnosis of prediabetes and risk of progression to diabetes in Japan (TOPICS 3): a longitudinal study. Lancet .

Knowler WC, F. S. (2009). 10-year follow-up of diabetes incidence and weigh loss in the Diabetes Prevention Program Outcomes Study. . Lancet. .

World Health Organization, I. D. (2006). Definition and diagnosis of diabetes mellitus andintermediate hyperglycaemia: report of a WHO/IDF consultation. Geneva: World Health Organiation.

Yeboah J, B. A. (2011). Impaired fasting glucose and the risk of inciden diabetes mellitus and cardiovascular events in an adult population: MESA (Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis). J Am Coll Cardiol.

 

 

 

Πίσω

Επαφή

Καραμπάση Θάλεια
Medi(k)cal

6976 924 634

© 2015 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα ΚΑΡΑΜΠΑΣΗ ΕΥΘΑΛΙΑ